Μοριακη Διαγνωστικη

Ανάλυση δεικτών προδιάθεσης για πολυπαραγοντικά νοσήματα

Είναι γεγονός πως σήμερα οι άνθρωποι ζουν πολύ περισσότερα χρόνια απ’ όσο παλιότερα και το προσδόκιμο ζωής συνεχώς αυξάνεται. Εντούτοις, τα ποσοστά των πολυπαραγοντικών ασθενειών όπως ορισμένες μορφές καρκίνου, οι παθήσεις του κυκλοφορικού συστήματος, οι λοιμώξεις, η οστεοπόρωση, η παχυσαρκία, ο διαβήτης, τα νευρολογικά νοσήματα παραμένουν αυξημένα, παρόλο που σήμερα είναι εφικτό σε μεγάλο βαθμό να προληφθούν.

Σε συνδυασμό με τον βιοχημικό έλεγχο, αναπτύσσεται ταχύτατα και εφαρμόζεται πλέον ο γενετικός έλεγχος σε γονίδια που σχετίζονται με τον κίνδυνο εμφάνισης των παραπάνω νοσημάτων. Η γενετική ανάλυση τέτοιων γονιδίων μέσω ανίχνευσης συγκεκριμένων μεταλλάξεων και πολυμορφισμών (SNPs, single nucleotide polymorphisms) μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη:

  • Γίνεται μία φορά στην διάρκεια ζωής του ατόμου (lifetime test)
  • Προσφέρει απόλυτα αξιόπιστα αποτελέσματα
  • Προσφέρει προσυμπτωματική πληροφορία για τη γενετική προδιάθεση, δίνοντας την δυνατότητα πρόληψης και αυξημένης ιατρικής παρακολούθησης σε περίπτωση προσδιορισμού γενετικής παραλλαγής που αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης του νοσήματος.
  • Το αποτέλεσμα της γενετικής ανάλυσης προσφέρει χρήσιμη ιατρική πληροφορία στα μέλη της οικογένειας και στους συγγενείς του εξεταζόμενου. Στην περίπτωση εντοπισμού ενός γενετικού δείκτη υψηλού κινδύνου, οι γονείς, τα αδέρφια ή τα παιδιά του ενδιαφερόμενου, μπορούν επίσης να ελεγχθούν για την παρουσία ή μή του συγκεκριμένου δείκτη στο δικό τους γενετικό υλικό.

predisposition Η προδιάθεση για πολυπαραγοντικά νοσήματα εξαρτάται τόσο από γενετικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες, π.χ. διατροφικές συνήθειες, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ κ.λπ. Στο ανθρώπινο γονιδίωμα (DNA) υπάρχουν εκατοντάδες γενετικές παραλλαγές (πολυμορφισμοί), των οποίων ο συνδυασμός μπορεί να αυξάνει ή να μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης των νοσημάτων αυτών. Μελέτες των πολυμορφισμών αυτών σε διαφορετικούς πληθυσμούς και παράλληλα σε ομάδες ασθενών και ομάδες ελέγχου βρίσκονται διεθνώς σε εξέλιξη.

Η BioGenomica, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρόληψη, επένδυσε σε μία σειρά γενετικών αναλύσεων που σκοπό έχουν να προσφέρουν την ανίχνευση αυξημένου κινδύνου εμφάνισης συγκεκριμένων παθήσεων. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της νοσηρότητας και της πρόωρης θνησιμότητας.

  • KΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚA
  • ΘΡOΜΒΩΣΗ
  • ΥΠΕΡΤΑΣΗ
  • ΟΣΤΕΟΠOΡΩΣΗ
  • ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ
  • ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ
  • ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΤΥΠΟΥ 2
  • NOΣΟΣ ALZHEIMER
  • SPORTS PERFORMANCE (ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ)
  • ΦΛΕΓΜΟΝΗ
  • ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

KΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚA

[+] AGT (Angiotensinogen) (Αγγειοτενσινογόνο)

Η αγγειοτενσίνη Ι (AGT I) προέρχεται από το αγγειοτενσινογόνο και μετατρέπεται σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (AGT II) μέσω του ενζύμου ACE (angiotensin 1-Converting Enzyme) (Ι). Μελέτες σε διαφορετικούς πληθυσμούς έχουν καταδείξει ότι η ομοζυγωτία TT του πολυμορφισμού M235T του γονιδίου AGT αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου (ΙΙ).

OMIM* 106150

[+] eNOS (Endothelial Nitric Oxide Synthase) (Ενδοθηλιακή Συνθετάση του Νιτρικού Οξειδίου)

Το ένζυμο eNOS καταλύει την σύνθεση του ΝΟ, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του αγγειακού τόνου. Η οποιαδήποτε ανεπάρκεια στη σύνθεση του ΝΟ αυξάνει τον κίνδυνο για πολύ σοβαρές καρδιαγγειακές δυσλειτουργίες (σύσπαση στεφανιαίας αρτηρίας, ατελές κάταγμα μυοκαρδίου κ.ά.).

Η παρουσία μεταλλάξεων στο γονίδιο του eNOS (T786C) έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη σύνθεση του ΝΟ και κατά συνέπεια την αύξηση του κινδύνου για τις προαναφερόμενες καρδιαγγειακές δυσλειτουργίες. Έχουν ανιχνευθεί δύο μεταλλάξεις στο γονίδιο eNOS οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις προαναφερόμενες παθήσεις. Η μετάλλαξη G894T (Glu298Asp) και η μετάλλαξη T786C, οι οποίες οδηγούν σε μειωμένη σύνθεση ΝΟ και αυξάνουν την πιθανότητα καρδιαγγειακών παθήσεων. Αν λάβουμε, επίσης, υπόψη μας τη δυσκολία διάγνωσης της σύσπασης στεφανιαίας αρτηρίας, κρίνεται επιτακτική ανάγκη η γενετική εξέταση οικογενειών με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης της συγκεκριμένης πάθησης.

OMIM* 163729

[+] Apolipoprotein E (Απολιποπρωτεΐνη Ε)

Η εξέταση αυτή αφορά τη μελέτη του γονιδίου της Απολιποπρωτεΐνης Ε ως προς τον προσδιορισμό αλληλομόρφων τα οποία μπορούν να ευθύνονται για:

  • Αθηρωματική στένωση των αιμοφόρων αγγείων, έμφραγμα μυοκαρδίου
  • Αυξημένα ποσά χοληστερόλης και β-λιποπρωτεΐνης
  • Οικογενή υπερλιπιδαιμία τύπου ΙΙΙ

Υπάρχουν τρία αλληλόμορφα (e2, e3, e4) του γονίδίου της απολιπoπρωτεΐνης Ε, τα οποία κωδικοποιούν τις τρεις ισομορφές της πρωτεΐνης apoE. Από αυτά τα e2 και e4 έχουν συνδεθεί άμεσα με υψηλές συγκεντρώσεις τριγλυκεριδίων στο αίμα. Ο προσδιορισμός των αλληλομόρφων της Απολιποπρωτεΐνης Ε με αλληλούχιση ειδικών περιοχών του γονιδίου είναι μια ταχεία και απόλυτα ακριβής μέθοδος με χαμηλό κόστος ανάλυσης που πλεονεκτεί έναντι των υπολοίπων στο θέμα της αξιοπιστίας. Η παραπάνω εξέταση προτείνεται σε όλους τους ασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης (>260 mg/ml) παράλληλα με αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων (>300 mg/ml)

OMIM* 107741


ΘΡOΜΒΩΣΗ

[+] FACTOR V LEIDEN (ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ V LEIDEN)

Η αντοχή στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C είναι η πιο συχνή αιτία φλεβικής θρόμβωσης. Η αιτία της φλεβικής θρόμβωσης συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης μετάλλαξης στο γονίδιο FACTOR V. Η μετάλλαξη αυτή έχει πλέον χαρακτηρισθεί (G1691A) και αφορά την αντικατάσταση ενός αμινοξέος από κάποιο άλλο.

Στο γενικό πληθυσμό περίπου το 6-10% των αντρών και γυναικών Καυκάσιας καταγωγής είναι ετερόζυγοι για τη μετάλλαξη αυτή, ενώ πιο σπάνια είναι η περίπτωση ομόζυγων ατόμων. Η ύπαρξη της μετάλλαξης στο γονίδιο του παράγοντα V Leiden αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης θρόμβωσης κατά 7 φορές στους ετεροζυγώτες και κατά 80 φορές στους ομοζυγώτες.

Η ανίχνευση της μετάλλαξης αιτιολογεί την εμφάνιση θρόμβωσης, αποκαλύπτει άτομα και οικογένειες με υψηλές πιθανότητες εμφάνισης θρόμβωσης και παρέχει τη δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων για άτομα που έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης φλεβικών θρομβώσεων.

OMIM* 227400

[+] PROTHROMBIN (Προθρομβίνη)

Η προθρομβίνη είναι ο πρόδρομος της πρωτεάσης θρομβίνης, η οποία έχει τον κύριο ρόλο στη διαδικασία της αιμόστασης και της θρόμβωσης.

Είναι πλέον αποδεκτό ότι η νουκλεοτιδική αντικατάσταση μιας βάσης G σε A στη θέση 20210 (G20210Α) συνδέεται άμεσα με τη φλεβική θρόμβωση. Οι φορείς της συγκεκριμένης μετάλλαξης εμφανίζουν 2,8 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εκδήλωσης θρόμβωσης. Επομένως, κρίνεται αναγκαία η ανίχνευση της μετάλλαξης στο γονίδιο της προθρομβίνης.

OMIM* 176930

[+] MTHFR (Γονίδιο Υπερομοκυστεϊναιμίας)

Η υπερομοκυστεϊναιμία είναι ένας κύριος παράγοντας εμφάνισης μεταξύ άλλων ασθενειών και της φλεβικής θρόμβωσης.

Τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης στο αίμα επηρεάζονται τόσο από γενετικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ένας από τους κύριους γενετικούς παράγοντες είναι η ύπαρξη μεταλλάξεων στο γονίδιο MTHFR.

Σήμερα, είναι καλά χαρακτηρισμένες δύο μεταλλάξεις στο συγκεκριμένο γονίδιο: η C677T και η A1298C. Η πρώτη από αυτές έχει συνδεθεί άμεσα με υπερομοκυστεϊναιμία, τόσο σε ομόζυγη όσο και σε ετερόζυγη κατάσταση. Αντίθετα, η δεύτερη δεν έχει συσχετισθεί με υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης στο αίμα.

Τέλος, η ταυτόχρονη ύπαρξη και των δύο μεταλλάξεων σε ετερόζυγη κατάσταση έχει τα ίδια συμπτώματα με τη μετάλλαξη C677T σε ομόζυγη κατάσταση. Επομένως, η ανίχνευση μεταλλάξεων στο γονίδιο MTHFR είναι σημαντική τόσο για τον προσδιορισμό οικογενειών με αυξημένη πιθανότητα φλεβικής θρόμβωσης, όσο και για το σχεδιασμό κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής.

OMIM* 607093

[+] PAI-1 (Ενεργοποιητής του Aναστολέα του Πλασμινογόνου)

Ο παράγοντας Plasminogen Activator Inhibitor-1 (PAI-1) είναι ο βασικός αναστολέας της ινοδώλυσης. Όταν τα επίπεδα του PAI-1 είναι υψηλά τότε η ινοδώλυση αναστέλλεται και αυξάνει ο κίνδυνος για αρτηριακή ή φλεβική θρόμβωση.

Έχει αναγνωρισθεί μια μετάλλαξη στο γονίδιο PAI-1, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη δύο αλληλομόρφων του γονιδίου: 4G και 5G. Η παρουσία των 4G/4G και 4G/5G γονοτύπων στον πληθυσμό ανέρχεται στο 28% και 48% αντίστοιχα και οι συγκεκριμένοι γονότυποι έχουν συσχετισθεί άμεσα με υψηλά επίπεδα ενεργότητας του PAI-1 στο πλάσμα και κατά συνέπεια με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων και εμφραγμάτων. Επομένως, είναι αναγκαία η ανίχνευση των αλληλομόρφων του ατόμου, ώστε να λάβει την απαραίτητη ιατρική παρακολούθηση.

OMIM* 173360

[+] ACE (Angiotensin converting enzyme)

Το Ένζυμο Mετατροπής της Aγγειοτενσίνης Ι (ACE) είναι μία εξωπεπτιδάση που έχει κεντρικό ρόλο στον έλεγχο της πίεσης του αίματος. Το ACE καταλύει τη μετατροπή της Αγγειοτενσίνης Ι στον ισχυρό αγγειοσυστολέα Αγγειοτενσίνη ΙΙ ενώ αδρανοποιεί επίσης τον αγγειοδιαστολέα Βραδυκινίνη.

Η παρουσία (Insertion) ή η απουσία (Deletion) ενός τμήματος 287 ζευγών βάσεων στο γονίδιο που κωδικοποιεί το ACE οδηγεί σε τρεις γονότυπους τον II, τον DD και τον ID. Τα άτομα DD έχουν σχεδόν διπλάσια ενεργότητα ACE σε σχέση με τα άτομα II, ενώ οι τιμές των ατόμων ID είναι περίπου ενδιάμεσες. Σε ορισμένες μελέτες έχει βρεθεί συσχέτιση του γονότυπου DD με τον κίνδυνο εμφάνισης θρόμβωσης.

Το ένζυμο ACE διαμεσολαβεί στο μεταβολισμό της αγγειοτενσίνης και τα επίπεδά του σχετίζονται με την υπέρταση, τη διαβητική νεφροπάθεια και με καρδιαγγειακά νοσήματα. Τα επίπεδα του ένζυμου συνδέονται στενά με την παρουσία ενός πολυμορφισμού (Insertion/Deletion polymorphism) στο ιντρόνιο 16 του γονιδίου ACE και επομένως ο έλεγχος για την παρουσία του πολυμορφισμού μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη διάγνωση και πρόληψη των σχετιζόμενων νοσημάτων.

Επιλέξτε ανάμεσα σε 2 διαφορετικά πακέτα εξετάσεων. Το πρώτο περιλαμβάνει το σύνολο των εξετάσεων, ενώ το δεύτερο περιέχει μόνο τις FACTOR V LEIDEN, FACTOR II και MTHFR. Διαλέξτε ανάλογα τον ασθενή σας, τις εξετάσεις που πρέπει να ακολουθήσει.

OMIM* 106180


ΥΠΕΡΤΑΣΗ

[+] ACE (Angiotensin converting enzyme)

Το Ένζυμο Mετατροπής της Aγγειοτενσίνης Ι (ACE) είναι μία εξωπεπτιδάση που έχει κεντρικό ρόλο στον έλεγχο της πίεσης του αίματος. Το ACE καταλύει τη μετατροπή της Αγγειοτενσίνης Ι στον ισχυρό αγγειοσυστολέα Αγγειοτενσίνη ΙΙ ενώ αδρανοποιεί επίσης τον αγγειοδιαστολέα Βραδυκινίνη.

Η παρουσία (Insertion) ή η απουσία (Deletion) ενός τμήματος 287 ζευγών βάσεων στο γονίδιο που κωδικοποιεί το ACE οδηγεί σε τρεις γονότυπους τον II, τον DD και τον ID. Τα άτομα DD έχουν σχεδόν διπλάσια ενεργότητα ACE σε σχέση με τα άτομα II, ενώ οι τιμές των ατόμων ID είναι περίπου ενδιάμεσες. Σε ορισμένες μελέτες έχει βρεθεί συσχέτιση του γονότυπου DD με τον κίνδυνο εμφάνισης θρόμβωσης.

Το ένζυμο ACE διαμεσολαβεί στο μεταβολισμό της αγγειοτενσίνης και τα επίπεδά του σχετίζονται με την υπέρταση, τη διαβητική νεφροπάθεια και με καρδιαγγειακά νοσήματα. Τα επίπεδα του ένζυμου συνδέονται στενά με την παρουσία ενός πολυμορφισμού (Insertion/Deletion polymorphism) στο ιντρόνιο 16 του γονιδίου ACE και επομένως ο έλεγχος για την παρουσία του πολυμορφισμού μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη διάγνωση και πρόληψη των σχετιζόμενων νοσημάτων.

Επιλέξτε ανάμεσα σε 2 διαφορετικά πακέτα εξετάσεων. Το πρώτο περιλαμβάνει το σύνολο των εξετάσεων, ενώ το δεύτερο περιέχει μόνο τις FACTOR V LEIDEN, FACTOR II και MTHFR. Διαλέξτε ανάλογα τον ασθενή σας, τις εξετάσεις που πρέπει να ακολουθήσει.

OMIM* 106180

[+] eNOS (Endothelial Nitric Oxide Synthase) (Ενδοθηλιακή Συνθετάση του Νιτρικού Οξειδίου)

Το ένζυμο eNOS καταλύει την σύνθεση του ΝΟ, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του αγγειακού τόνου. Η οποιαδήποτε ανεπάρκεια στη σύνθεση του ΝΟ αυξάνει τον κίνδυνο για πολύ σοβαρές καρδιαγγειακές δυσλειτουργίες (σύσπαση στεφανιαίας αρτηρίας, ατελές κάταγμα μυοκαρδίου κ.ά.).

Η παρουσία μεταλλάξεων στο γονίδιο του eNOS (T786C) έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη σύνθεση του ΝΟ και κατά συνέπεια την αύξηση του κινδύνου για τις προαναφερόμενες καρδιαγγειακές δυσλειτουργίες. Έχουν ανιχνευθεί δύο μεταλλάξεις στο γονίδιο eNOS οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις προαναφερόμενες παθήσεις. Η μετάλλαξη G894T (Glu298Asp) και η μετάλλαξη T786C, οι οποίες οδηγούν σε μειωμένη σύνθεση ΝΟ και αυξάνουν την πιθανότητα καρδιαγγειακών παθήσεων. Αν λάβουμε, επίσης, υπόψη μας τη δυσκολία διάγνωσης της σύσπασης στεφανιαίας αρτηρίας, κρίνεται επιτακτική ανάγκη η γενετική εξέταση οικογενειών με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης της συγκεκριμένης πάθησης.

OMIM* 163729


ΟΣΤΕΟΠOΡΩΣΗ

[+] VDR

Ο υποδοχέας της βιταμίνης D3, ανήκει στους πυρηνικούς υποδοχείς και ρυθμίζει τον σχηματισμό του οστικού ιστού, την οστική επαναρρόφηση και την ομοιόσταση του ασβεστίου. Η νουκλεοτιδική αντικατάσταση μιας βάσης C σε Τ στο εξώνιο 2 του γονιδίου VDR, δημιουργεί ένα καινούριο κωδικόνιο έναρξης της μετάφρασης (start codon polymorphism) (P), (ΙΙ) και η πρωτεΐνη που παράγεται είναι μεγαλύτερη σε μήκος κατά τρία αμινοξέα. Μελέτες έχουν δείξει ότι η αλληλεπίδραση των δύο πολυμορφισμών VDR και COL1A1 πιθανά συμβάλλουν στον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων.

OMIM* 601769

[+] COL1A1

Το κολλαγόνο τύπου 1 είναι η βασικότερη πρωτεΐνη των τενόντων, του δέρματος και των οστών. Η νουκλεοτιδική αντικατάσταση μιας βάσης G σε T στην κοινή θέση πρόσδεσης του μεταγραφικού παράγοντα SP1 στο πρώτο ιντρόνιο του COL1A1 (θέση 2046), αποτελεί τον πιο κοινό πολυμορφισμό.

Η παρουσία αυτού του πολυμορφισμού στο γονίδιο του COL1A1 συσχετίζεται άμεσα με την πυκνότητα της οστικής μάζας και τα οστεοπορωτικά κατάγματα. Οι ετεροζυγώτες φορείς G/T του πολυμορφισμού παρουσιάζουν αισθητά χαμηλή οστική πυκνότητα σε σχέση με τους ομοζυγώτες G/G και οι ομοζυγώτες Τ/Τ ακόμα χαμηλότερη.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η αλληλεπίδραση των δύο πολυμορφισμών VDR και COL1A1, πιθανά συμβάλλουν στον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων.

OMIM* 120150


ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ

[+] MC4R (MELANOCORTIN C RECEPTOR)

Η συνήθης μορφή της ανθρώπινης παχυσαρκίας είναι πολυγονιδιακή. Ένα από τα καλά μελετημένα γονίδια αφορά τον υποδοχέα της Μελανοκορτίνης 4 (MC4R). Οι υποδοχείς MC4 στα λιποκύτταρα συμβάλλουν στην κινητοποίηση του λίπους. Η ύπαρξη μεταλλάξεων στον υποδοχέα MC4 έχει συσχετιστεί με μειωμένο μεταβολισμό.

OMIM* 155541

[+] PPARγ RECEPTOR

Ένα δεύτερο σημαντικό γονίδιο που εμπλέκεται στην αιτιοπαθογένεια της παχυσαρκίας είναι ο υποδοχέας PPARγ. Ο PPARγ ανήκει στην υπεροικογένεια των πυρηνικών ορμονικών υποδοχέων και εκφράζεται κυρίως στο λιπώδη ιστό. Διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στη λιπογένεση και στο μεταβολισμό των υδατανθράκων. Οι πολυμορφισμοί P115Q και P12A οδηγούν στη συσσώρευση λιποκυττάρων και τριγλυκεριδίων.

OMIM* 601487


ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

SLC22A4 (SOLUTE CARRIER FAMILY 22 ORGANIC CATION TRANSPORTER, MEMBER 4, IVS1, T-C)

Μελέτες έχουν καταδείξει ότι η αντικατάσταση της νουκλεοτιδικής βάσης (SNP, single nucleotide polymorphism) κυστείνης σε θυμίνη στο ιντρόνιο 1 του γονιδίου SLC22A4, στη θέση πρόσδεσης του μεταγραφικού παραγοντα RUNX1 (μεταγραφικός ρυθμιστής του αιμοποιητικού συστήματος) συσχετίζεται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Το γονίδιο SLC22A4 εκφράζεται σε ιστούς του αιματολογικού και ανοσολογικού συστήματος. Το φυσιολογικό αλληλόμορφο του γονιδίου αυτού φέρει την C (κυστείνη), ενώ το αλληλόμορφο προδιάθεσης φέρει την Τ (θυμίνη) και προκαλεί μειωμένη έκφραση του γονιδίου.

OMIM* 604190


ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΤΥΠΟΥ 2 (μη ινσουλινοεξαρτώμενος ή διαβήτης των ενηλίκων) (DIABETES MELLITUS, TYPE 2/ INSULIN RESISTANCE)

Ο χαρακτηρισμός του διαβήτη τύπου 2 ως διαβήτη των ενηλίκων, οφείλεται στο γεγονός ότι κατά κανόνα εμφανίζεται σε μεγαλύτερη ηλικία, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η εμφάνιση αυτής της μορφής σε νεαρότερης ηλικίας άτομα. Συνήθως πάντως εμφανίζεται σε άτομα ηλικίας άνω των 40 χρονών και συνηθέστερα σε ηλικία άνω των 55 ετών.

Ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να προκληθεί από διαφορετικούς παράγοντες, που ποικίλλουν από άτομο σε άτομο. Η γενετική προδιάθεση παίζει ρόλο στην εμφάνιση και αυτής της μορφής διαβήτη, αλλά και ο σύγχρονος τύπος ζωής συντελεί στην εκδήλωσή του. Το γήρας, η παχυσαρκία, η έλλειψη άσκησης αποτελούν προδιαθεσικούς παράγοντες για το διαβήτη τύπου 2.

Επιστημονικές μελέτες έχουν τεκμηριώσει ότι περισσότερα από ένα γονίδια καθώς και περιβαλλοντικοί παράγοντες εμπλέκονται στην γενετική προδιάθεση για τον διαβήτη τύπου 2. Δύο από τα γονίδια που είναι καλά μελετημένα είναι τα ακόλουθα:

[+] NEUROGENIC DIFFERENTIATION 1; NEUROD1

Μελέτες έχουν καταδείξει ότι η το πρωτεϊνικό προϊόν του γονιδίου NEUROD1 αποτελεί έναν μεταγραφικό παράγοντα που ρυθμίζει την έκφραση του γονιδίου της ινσουλίνης μέσω της πρόσδεσης του στον επαγωγέα του γονιδίου (περιοχή του γονιδίου από την οποία εξαρτάται η παραγωγή της ινσουλίνης). Μεταλλάξεις στο γονίδιο αυτό προκαλούν διαβήτη τύπου 2.

OMIM* 601724

[+] PPARγ

Ο PPARγ ανήκει στην υπεροικογένεια των πυρηνικών ορμονικών υποδοχέων και εκφράζεται κυρίως στο λιπώδη ιστό. Διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στη λιπογένεση και στον μεταβολισμό των υδατανθράκων.

Μελέτες έχουν τεκμηριώσει τον συσχετισμό του κοινού πολυμορφισμού P12A με τον διαβήτη τύπου 2. Συγκεκριμένα, έχει τεκμηριωθεί ότι το πιο συχνό στον πληθυσμό αλληλόμορφο Pro12 (προλίνη στο κωδικόνιο 12) συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ, ενώ το αλληλόμορφο Ala12 (αλανίνη στο κωδικόνιο 12) έχει προστατευτικό ρόλο.

OMIM* 601487


NOΣΟΣ ALZHEIMER-εκδήλωση σε μεγάλη ηλικία

Σύμφωνα με την πρόσφατη επιστημονική γνώση, η πιό συχνή αιτία άνοιας είναι η σταδιακή εκφύλιση των κυττάρων του εγκεφάλου που επιτελούν τη λειτουργία της μνήμης και τις άλλες νοητικές λειτουργίες. Σε κάθε ανθρώπινο εγκέφαλο παρουσιάζεται μια απώλεια κυττάρων με την πάροδο του χρόνου, και αυτό είναι μια φυσιολογική διαδικασία. Ωστόσο, στην νόσο Αλτσχάιμερ η απώλεια αυτή εμφανίζεται σε πολύ εντονότερο βαθμό.

Τα αίτια που οδηγούν σε αυτή την καταστροφή κυττάρων δεν έχουν εξακριβωθεί πλήρως μέχρι σήμερα. Η άνοια αποτελεί σήμερα ένα τομέα όπου διεξάγεται έντονη επιστημονική έρευνα.

Mελέτες έχουν καταδείξει ότι υπάρχουν γενετικοί παράγοντες, όπως το αλληλόμορφο APOE4, οι οποίοι είτε σε συνδυασμό είτε μόνοι τους αυξάνουν τη προδιάθεση για τη ν. Alzheimer, χωρίς η ύπαρξή τους να συνεπάγεται την εμφάνιση της νόσου. Ένας από αυτούς τους παράγοντες είναι ο εξής:

Apolipoprotein E (Απολιποπρωτεΐνη Ε)

Η εξέταση αυτή αφορά την μελέτη του γονιδίου της Απολιποπρωτείνης Ε ως προς τον προσδιορισμό αλληλομόρφων τα οποία μπορούν να ευθύνονται για τη νόσο του Alzheimer.

Υπάρχουν τρία αλληλόμορφα (e2, e3, e4) του γονιδίου της απολιπoπρωτεΐνης Ε, τα οποία κωδικοποιούν τις τρεις ισομορφές της πρωτεΐνης apoE. Από αυτά το e4 αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα για τον κίνδυνο εμφάνισης σε μεγάλη ηλικία ή τις σποραδικές περιπτώσεις της νόσου του Alzheimer (late-onset or sporadic Alzheimer’s disease).

OMIM* 107741


SPORTS PERFORMANCE (ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ)

ACTN3 (Actinin 3)

Η ακτινίνη 3 (ACTN3) αποτελεί δομική πρωτεΐνη του σκελετικού μυός. Στη πρωτεΐνη αυτή έχει ανιχνευτεί σε όλους τους πληθυσμός η γενετική παραλλαγή R577X, κατά την οποία το αμινοξύ αργινίνη (R) αντικαθίσταται από ένα πρόωρο κωδικόνιο λήξης (X) με συνέπεια την απώλεια της λειτουργίας του. Το λειτουργικό αλληλόμορφο 577R του γονιδίου της ακτινίνης 3 έχει συσχετισθεί με ελίτ αθλητικές επιδόσεις. Η κατανομή των τριών γονοτύπων στον γενικό πληθυσμό, σύμφωνα με μελέτες στους Καυκάσιους, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, είναι RR 34%, RX 48% και ΧΧ 18%. Οι ομοζυγώτες ΧΧ είναι σπανιότεροι στους αθλητές δύναμης, συμπεριλαμβανομένων και των αθλητών δρόμου ταχύτητας, σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Για παράδειγμα, δεν βρέθηκαν ομοζυγώτες ΧΧ ανάμεσα σε 32 ολυμπιονίκες αθλητές δρόμου ταχύτητας.

Αντίθετα ο γονότυπος αυτός, ΧΧ, παρουσιάζεται με υψηλή συχνότητα σε γυναίκες αθλήτριες αντοχής. Ο ετερόζυγος γονότυπος R577Χ εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες αθλήτριες δρόμου ταχύτητας και μικρότερη συχνότητα σε αθλήτριες αντοχής από την αναμενόμενη συχνότητα τους στον γενικό πληθυσμό. Δεν παρατηρήθηκαν τα ίδια φαινόμενα στους άνδρες αθλητές. Γενικά, η ύπαρξη του αλληλομόρφου R συμβάλλει σε καλύτερες επιδόσεις σε αθλήματα ταχύτητας, ενώ η ύπαρξη του αλληλομόρφου Χ σε καλύτερeς επιδόσεις σε αθλήματα αντοχής. Μελέτη που έχει διεξαχθεί σε 992 Έλληνες εφήβους1 και των δύο φύλων συμφωνεί με το αποτέλεσμα του αλληλομόρφου R, ενώ αντίθετα σύμφωνα με την ίδια μελέτη το 577Χ αλληλόμορφο δεν συσχετίζεται με καλύτερες επιδόσεις σε αθλήματα αντοχής.

1. Μoran NC et al. Eur J Hum Genet. 2007 Jan; 15(1):88-93

OMIM* 102574


ΦΛΕΓΜΟΝΗ

Η φλεγμονή είναι μία βασική προστατευτική αντίδραση των ιστών του ανθρωπίνου σώματος στις ασθένειες, τις λοιμώξεις ή στην παρουσία πρωτεϊνών στις οποίες είναι δυνατόν να έχουμε μία αλλεργική αντίδραση. Η ερυθρότητα και το πρήξιμο-διόγκωση γύρω από ένα τραύμα ή μία μολυσμένη περιοχή δηλώνουν ότι το σώμα μας έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες επούλωσης.
Η απελευθέρωση αυτών των ουσιών επούλωσης-θεραπείας ελέγχεται από γονίδια, τα οποία παράγουν προϊόντα που ονομάζονται κυτοκίνες (cytokines), όπως η IL-6 και το ΤΝF-a (Tumor Necrosis Factor-alpha).

Φυσιολογικά όταν δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για αυτή την διαδικασία, τα γονίδια σταματούν την απελευθέρωση αυτών των ουσιών μέχρι να χρειασθεί να επανενεργοποιηθούν. Όταν αυτά συνεχίζουν ενώ δεν χρειάζεται, δηλαδή υπερλειτουργούν, έχουμε σαν αποτέλεσμα αντιδράσεις του οργανισμού υπερβολικές και «άχρηστες» ή γίνονται αιτία σχηματισμού διαφορετικών ουσιών οι οποίες επιβραδύνουν το ρυθμό επούλωσης. Αποτέλεσμα είναι οι φλεγμονώδεις ασθένειες όπως αυτοάνοσα νοσήματα, άσθμα, αλλεργία, αρθρίτιδα κ.λ.π.

IL-6 (interleukin 6)

Aιτία της μη φυσιολογικής εξέλιξης της διαδικασίας της φλεγμονής είναι οι γονιδιακές παραλλαγές που επηρεάζουν την έκφραση των ουσιών αυτών στο αίμα. Για την IL-6 έχει εντοπιστεί η παραλλαγή (πολυμορφισμός) G>C στη θέση -174 του γονιδίου, η οποία ρυθμίζει τα επίπεδα έκφρασης της IL-6 στον ορό. Επισημαίνεται ότι καθώς υπάρχουν δύο αντίγραφα του γονιδίου στα κύτταρα, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει στον γονότυπό του έναν από τους ακόλουθους συνδυασμούς: GG, GC, CC. Οι γονότυποι GG και GC οδηγούν σε υψηλή παραγωγή της IL-6, ενώ ο γονότυπος CC σε χαμηλή παραγωγή της.

OMIM* 147620

ΤΝF-a (Tumor Necrosis Factor-alpha)

Για το TNF-α έχει εντοπιστεί η παραλλαγή (πολυμορφισμός) G>Α στη θέση -308 του γονιδίου, η οποία ρυθμίζει τα επίπεδα έκφρασης του στον ορό. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει στον γονότυπό του έναν από τους ακόλουθους συνδυασμούς: GG, GΑ, ΑΑ. Οι γονότυποι GA και ΑΑ οδηγούν σε υψηλή παραγωγή του TNF-α, ενώ ο γονότυπος GG σε χαμηλή παραγωγή τoυ. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι οι γονότυποι που συσχετίζονται με χαμηλή έκφραση των κυτοκινών IL-6 και ΤΝF-α πιθανά εμπλέκονται σε μηχανισμούς καρκινογένεσης και ξεφεύγουν από τους μηχανισμούς ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος. Αντίθετα οι γονότυποι που συσχετίζονται με υψηλή έκφραση τους πιθανά εμπλέκονται με φλεγμονώδεις νόσους όπως αυτοάνοσα νοσήματα, αλλεργία, αρθρίτιδα, άσθμα κ.λ.π

Πρέπει να σημειωθεί ότι η έκφραση των κυτοκινών επηρεάζεται και από άλλους γενετικούς και /ή περιβαλλοντικούς παράγοντες και ότι σχετικές μελέτες συσχετισμού των προαναφερθέντων πολυμορφισμών με διάφορες ασθένειες δεν έχουν πραγματοποιηθεί στον ελληνικό πληθυσμό.

OMIM* 191160

ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

MnSOD (Μanganese supeoxide dismutase)

Η αντιοξειδωτική λειτουργία είναι πολύ σημαντική για το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Οι ελεύθερες ρίζες είναι τοξικά παραπροϊόντα της μιτοχονδριακής αναπνοής (κυτταρική αναπνοή) και είναι δυνατόν να προξενήσουν μεγάλη ζημιά στον ανθρώπινο οργανισμό, γιατί έχουν συνδεθεί με πληθώρα ασθενειών όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, χρόνιες φλεγμονές, κακοήθειες ή και πρόωρη γήρανση.

Ο οργανισμός μας έχει δημιουργήσει μηχανισμούς άμυνας ενάντια στις ελεύθερες ρίζες, τα λεγόμενα αντιοξειδωτικά ένζυμα, τα οποία τις εξουδετερώνουν. Η δισμουτάση του υπεροξειδίου του μαγγανίου (MnSoD; Μanganese supeoxide dismutase) είναι το σημαντικότερο αντιοξειδωτικό ένζυμο των μιτοχονδρίων. Η παραγωγή και λειτουργία του ελέγχεται από το αντίστοιχο γονίδιο. Γονιδιακές παραλλαγές, όπως η Αla16Val, είναι δυνατόν να μεταβάλλουν την λειτουργικότητα του ενζύμου με αποτέλεσμα την μη φυσιολογική λειτουργία του και συνεπώς την αρνητική επίδραση στην υγεία μας.

Επισημαίνεται ότι καθώς υπάρχουν δύο αντίγραφα του γονιδίου στα κύτταρα, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει στον γονότυπό του έναν από τους ακόλουθους συνδυασμούς: Ala/Ala, Ala/Val, Val/Val. H παρουσία της παραλλαγής Val (βαλίνη) στη θέση 16 του ενζύμου ΜnSOD έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της δραστικότητας του στα μιτοχόνδρια, ενώ παρουσία της παραλλαγής Αla (αλανίνη) στην ίδια θέση καθιστά το ένζυμο πιο δραστικό. Κατά συνέπεια, o γονότυπος Val/Val συσχετίζεται με μειωμένη αντιοξειδωτική δυνατότητα του οργανισμού, ενώ ο γονότυπος Αla/Val δεν φαίνεται να την επηρεάζει.

Εν τούτοις, η σχέση δραστικότητας του ενζύμου με την αντιοξειδωτική ικανότητα δεν είναι απόλυτη και εξαρτάται τόσο από επιπρόσθετους γενετικούς παράγοντες όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με μελέτες, ο γονότυπος Ala/Ala δεν είναι πάντα ευεργετικός, ιδίως σε άτομα με μειωμένη πρόσληψη αντιοξειδωτικών ουσιών μέσω της διατροφής ή έκθεση σε έντονο οξειδωτικό στρες (κάπνισμα). Τότε μπορεί να αυξηθεί σημαντικά η προδιάθεση για κακοήθεις νόσους1,2. Γι αυτό και σε αυτές τις περιπτώσεις συχνά συνιστάται η λήψη αντιοξειδωτικών ουσιών μέσω της διατροφής ή μέσω συμπληρωμάτων διατροφής.

1. Haojie Li et al. Cancer Res. 2005; 65:2498-2504.
2. Ambrosone CB et al. Cancer Res. 1999; 59:602-606.

OMIM* 147460

Διαδικασία

Ο γενετικός έλεγχος απαιτεί δείγμα σιέλου το οποίο συλλέγεται σε ειδικά πτυελοδοχεία τα οποία παρέχονται στους ιατρούς από την BioGenomica, από το οποίο απομονώνεται το γενετικό υλικό (DNA). Οι απαντήσεις δίνονται στον θεράποντα ιατρό σε 2-3 εβδομάδες.

*OMIM* Online Mendelian Inheritance in Man (www: NCBI; National Center for Biotechnology Information): Βάση δεδομένων που αποτελεί κατάλογο των ανθρωπίνων γονιδίων και γενετικών διαταραχών.